Κρατερός Ιωάννου: Μια πολυδιάστατη προσωπικότητα

Sicilianos L – A
May 7, 2018
FredMUN 2017
May 7, 2018
Show all

Κρατερός Ιωάννου: Μια πολυδιάστατη προσωπικότητα

Αγαπητή Κατερίνα Ιωάννου-Φλωράν, αγαπητή ΄Ερικα Λόραμ, αγαπητέ Κώστα Αντωνόπουλε, εκλεκτοί προσκεκλημένοι, αγαπητοί συνάδελφοι, παλαιοί και νέοι φοιτητές της  Νομικής του ΔΠΘ, κυρίες και κύριοι.

Επιτρέψτε μου να εκφράσω κατ αρχήν τα θερμά μου συγχαρητήρια στον Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Κώστα Αντωνόπουλο, παλαιό φοιτητή μου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ), για την επιτυχή ίδρυση του «Εργαστηρίου Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, Κρατερός Ιωάννου».H ίδρυση ενός Εργαστηρίου που  φέρει το όνομα του αποτελεί  δικαίωση κι ανταμοιβή για τον Καθηγητή, Επιστήμονα και Άνθρωπο Κρατερό Ιωάννου τον οποίον τιμούμε σήμερα. Τον ευχαριστώ επίσης για την τιμητική πρόσκληση  να  μιλήσω  για τον μέντορα, Καθηγητή  και αγαπητό μου συνάδελφο, στην πρώτη αυτή εκδήλωση του Εργαστηρίου.

Πριν λίγες  ημέρες συμπληρώθηκαν 19 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Καθηγητή και Δικαστή Κρατερού Ιωάννου. Στα χρόνια  που πέρασαν διοργανώθηκαν συνέδρια κι άλλες επιστημονικές εκδηλώσεις στη μνήμη του, οι περισσότερες με χαρακτήρα συναισθηματικής κατάθεσης, χωρίς να λείπουν κι οι επιστημονικές προσεγγίσεις. Με την ιδιότητα της πρώτης βοηθού  στην τότε έδρα διεθνούς δικαίου ( 1974 ) και συνεργάτιδας  του Kρατερού Ιωάννου  επί μια 20ετία, θα προσπαθήσω να αναφερθώ  στη βιογραφία του  και στο σύνολο του επιστημονικού του έργου, καθώς   και στον σημαντικό του ρόλο ως εκπροσώπου της χώρας μας σε διεθνείς οργανισμούς και διαπραγματεύσεις.

Σπουδές

Ο Κρατερός – Νικόλαος Ιωάννου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το  1935, υπερήφανος για τη Μακεδονική του καταγωγή. Ορφανός από πατέρα στα 6 του χρόνια, δέχτηκε τη θετική επίδραση που άσκησε ο θείος του στις γυμνασιακές του σπουδές, τις οποίες ολοκλήρωσε με υποτροφία στο Κολέγιο Ανατόλια. Έλαβε το πτυχίο της Νομικής  ΑΠΘ (1959), υποτροφία για τη διδακτορική του έρευνα στο Στρασβούργο και στη Χάγη κι αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής ΑΠΘ στο Διεθνές Δίκαιο (1971) με επιβλέποντα τον Καθηγητή Δ. Κωσταντόπουλο. Καθ’όλη τη διάρκεια των σπουδών του εργαζόταν σε διάφορες υπηρεσίες και στην Εμπορική Τράπεζα όπου λόγω των ικανοτήτων του έφθασε σύντομα στον βαθμό του τμηματάρχη. Εκεί γνώρισε και τον καθηγητή Δημήτριο Ευρυγένη, μετέπειτα Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής του ΔΠΘ και  ιδρυτή της Νομικής Σχολής. Ο Δημήτριος Ευρυγένης υπήρξε το πρότυπο κι ο μέντορας του Κρατερού Ιωάννου. Μετά τις επιτυχείς εξετάσεις στον Άρειο Πάγο (πρώτος σε σειρά κατάταξης ), έγινε μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ) κι  άσκησε ενεργά τη δικηγορία, σε ένα από τα πλέον γνωστά δικηγορικά γραφεία της εποχής, με  συνεργάτες  τον Καθηγητή Δημήτριο Ευρυγένη, τον Αθανάσιο Βουτυρά και τον Στέλιο Νέστορα. Ο χρόνος του μοιραζόταν με αυστηρή πειθαρχία ανάμεσα στα δικαστήρια, στο δικηγορικό του γραφείο και το βράδυ στη συγγραφή του διδακτορικού. Για την προσφορά του στο δικηγορικό λειτούργημα , τιμήθηκε από τον ΔΣΘ  με τον τίτλο του Επίτιμου Δικηγόρου.

Το πάθος του για την επιστήμη το εξεδήλωσε πολύ νωρίς, πριν γίνει διδάκτωρ, δημοσιεύοντας τις πρώτες του εργασίες με έμφαση στο νέο τότε για την εποχή δίκαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις χρονολογούνται από το 1962.

Πανεπιστημιακή δράση

Η πανεπιστημιακή του δραστηριότητα αρχίζει τον Φεβρουάριο του 1975, όταν προσλαμβάνεται στη Νομική Σχολή Κομοτηνής ως Ειδικός Επιστήμων. Ήταν ο ένας από τους δύο πρώτους διδάσκοντες μαζί με τον Καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη.

Το 1977 εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής στην έδρα του Δημοσίου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου και λίγο μετά μόνιμος καθηγητής, θέση στην οποία υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του, το 1999. Δίδαξε κυρίως Διεθνές και Κοινοτικό Δίκαιο καθώς και  το μάθημα της Οργάνωσης της Διεθνούς Κοινωνίας. Τα πρώτα χρόνια ωστόσο, για τις ανάγκες της Σχολής, δίδαξε και μαθήματα του ευρύτερου δημοσίου δικαίου, όπως δημοσιονομικό δίκαιο. Διετέλεσε δυο φορές Πρόεδρος της Νομικής Σχολής (1984-1986 και 1987-1991) με ιδιαίτερη επιτυχία. Αντιπρύτανης (1988-1991), και Διευθυντής  της Εταιρείας διαχείρισης της περιουσίας του Πανεπιστημίου. Για την όλη του προσφορά στο ΔΠΘ ήταν φορέας των πρυτανικών διασήμων.

Οι αγγλοσαξονικές προσεγγίσεις του στη νομική επιστήμη τον οδήγησαν ως επισκέπτη καθηγητή στο πολιτειακό πανεπιστήμιο του Οχάιο (1995) και στο Capital University, στο Κολόμπους, Οχάιο (1993 και 1996), ανοίγοντας μια πολύχρονη συνεργασία τόσο με τη Νομική Σχολή του ΔΠΘ , όσο και με το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ), το οποίο υπηρέτησε ως Πρόεδρος και Διευθυντής από το 1993 έως το 1997, αποχωρώντας με τον τίτλο του Επίτιμου Διευθυντή. Στο ΚΔΕΟΔ ανέπτυξε διάφορες ερευνητικές δραστηριότητες και συνετέλεσε στην επίσημη αναγνώριση του ως φορέα σε θέματα ευρωπαϊκού δικαίου καθώς και διαχειριστή ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η συμβολή του εξάλλου στην ίδρυση της Εθνικής Σχολής Δικαστών στους χώρους του ΚΔΕΟΔ υπήρξε καθοριστική.

Με την ιδιότητα του Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου ορίστηκε  μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών. Υπήρξε ο πατριώτης διεθνολόγος, που συχνά πρόσφερε τις γνώσεις του στους εκάστοτε Υπουργούς Εξωτερικών, αφιλοκερδώς πάντοτε, και σε κρίσιμες περιόδους της πατρίδας . Κι η πατρίδα μας ,όπως γνωρίζουμε βρίσκεται συχνά σε κρίσιμη περίοδο. Κύπρος, Σκόπια, ελληνοτουρκικά. Κι ο Κρατερός Ιωάννου στις επάλξεις με πάθος κι επιτυχία. Ο τίτλος του Επίτιμου Συμβούλου του Υπουργείου Εξωτερικών ήταν κατά συνέπεια η ελάχιστη αναγνώριση της πολυετούς προσφοράς του.

Με την ίδια ιδιότητα εκπροσωπούσε τη χώρα, από το 1983, ως μέλος (σύμβουλος) της Ελληνικής αντιπροσωπείας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, από το 1989-1992 διετέλεσε Πρόεδρος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τη βελτίωση της διαδικασίας στο πλαίσιο  της ΕΣΔΑ , του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ μετείχε σε όργανα και διασκέψεις πολλών Διεθνών Οργανισμών, όπως του ΟΑΣΕ, ως μέλος του μηχανισμού επίλυσης συγκρούσεων, και μέλος του Δικαστηρίου του ιδίου οργανισμού, για να λάβει το 1997 την τιμητική θέση του Έλληνα Δικαστή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η προσφορά του στον Τομέα Διεθνών Σπουδών  της Νομικής Σχολής

Ο Κρατερός Ιωάννου οργάνωσε τον πληρέστερο, από πλευράς ουσίας και σύνθεσης,   Τομέα Διεθνών Σπουδών,  μετά την ισχύ του νόμου –πλαισίου 1268/1982, έχοντας δίπλα του  τον Στέλιο Περράκη στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την ομιλούσα για τους Διεθνείς Οργανισμούς και το Διεθνές Δίκαιο,  τον Γιάννη Βαληνάκη για τις Διεθνείς Σχέσεις, την Ειρήνη Λαγάνη για τη Διπλωματική Ιστορία, τον Παναγιώτη Μπερνίτσα για το Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο, στη συνέχεια τον Μιχάλη Χρυσομάλλη για το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τον Κώστα Αντωνόπουλο για το Διεθνές Δίκαιο, τον Γιάννη Κτιστάκη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Και με τη συμμετοχή πάντα του Γιάννη Βούλγαρη  στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο. Διετέλεσε κατ επανάληψη Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών , συμβάλλοντας αποφασιστικά στην οργάνωση κι ανάπτυξη του.

Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε σε Νομική Σχολή το μάθημα της Εισαγωγής στην Οργάνωση τους Διεθνούς Κοινωνίας και το 1978 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο. Ένα βιβλίο μοναδικό, κλασσικό και πρωτοποριακό για την εποχή του, που εισήγαγε τους φοιτητές στην προσπάθεια της οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας  από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας  με αναφορές στις  Αμφικτιονίες και στο Κοινό των Ελλήνων Συνέδριο, μέχρι τη δημιουργία του ΟΗΕ .

Προσέφερε γνώσεις και παραδείγματα και μύησε τους φοιτητές στους Διεθνείς Οργανισμούς. Ήταν η αρχή που οδήγησε στη συνέχεια στην ένταξη στο πρόγραμμα σπουδών του  μαθήματος των Διεθνών Οργανισμών,  ως μάθημα επιλογής, πρώτο αυτοτελές μάθημα Διεθνών Οργανισμών σε  Νομική Σχολή. Το ίδιο συνέβη και με το μάθημα των Διεθνών Σχέσεων, του Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου, του Δικαίου της Θάλασσας, της Διεθνούς Προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ήταν ο πρώτος που εισηγήθηκε ως υποχρεωτικό το μάθημα του Ευρωπαϊκού Δικαίου από το 1977, πριν η Ελλάδα γίνει μέλος των τότε Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με αποτέλεσμα η Κομοτηνή να βρεθεί στην πρωτοπορία των ελληνικών Νομικών Σχολών στη διδασκαλία του επιστημονικού αυτού αντικειμένου.  Ήταν και ο πρώτος που αντί για το ένα φοιτητικό σύγγραμμα, εισηγήθηκε κατάλογο βιβλίων για να επιλέξουν οι φοιτητές και να μελετήσουν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Μέχρι τότε δεν υπήρξε καθηγητής στην Ελλάδα που να δίνει βιβλιογραφία σε προπτυχιακό του μάθημα !! Το όλο εγχείρημα πρωτοποριακό για την εποχή του κατέληξε δυστυχώς  σε κατάληψη του σπουδαστηρίου Διεθνών Σπουδών !!.  Υπήρξε ο καθηγητής που πρώτος τόνιζε  την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, τον ρόλο του εθνικού δικαστή, την έννοια της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, την αρχή της κοινοτικής πίστης και την  υποχρέωση συνεργασίας.

Κυρίως όμως ήταν ο καθηγητής που προσέδωσε στο μάθημα του Διεθνούς Δικαίου τη θέση που του αξίζει σε μια Νομική Σχολή, όχι μόνον λόγω της αυστηρότητας και των απαιτήσεων του κατά την προφορική εξέταση, αλλά διότι πίστευε ότι ένας νομικός οφείλει να γνωρίζει τις διεθνείς πράξεις που κυρώνει η χώρα, που υπερισχύουν του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 28,1) και υποχρεούται να επικαλείται στο εσωτερικό δίκαιο ως δικηγόρος, αλλά και να τις γνωρίζει και ως δικαστής (jus novit couria). Τότε μόνον θα εμφανίζεται η χώρα μας ότι τηρεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις και δεν θα υφίσταται κριτική στα διεθνή fora ή καταδίκες στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Πίστευε  ότι το Διεθνές Δίκαιο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στα  εθνικά μας ζητήματα κι επηρεασμένος από τη μεγάλη δικηγορική του εμπειρία προσέγγιζε συχνά τη σχέση του Διεθνούς με το εσωτερικό δίκαιο.

Οι παραδόσεις του στην Κομοτηνή έμειναν παροιμιώδεις. Λάτρης της λογοτεχνίας και του κινηματόγραφου συχνά συνέδεε κινηματογραφικά έργα και λογοτεχνία με το Διεθνές Δίκαιο. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιούσε έμειναν κλασσικά. Το αμφιθέατρο συχνά είχε όρθιους ή καθισμένους στα παράθυρα που τον άκουγαν ευλαβικά. Τέτοια ήταν η ζωντάνια των παραδόσεων του. Ο Κρατερός Ιωάννου είχε πάθος με τη διδασκαλία, ήταν ένας ρήτορας, και δεν είναι τυχαίο ότι είχε τη φήμη του καλλίτερου δασκάλου στη Νομική Σχολή. Ήταν τόσο παραστατικός στις παραδόσεις του, που θυμάμαι τον Λάκη Λαζόπουλο να ενσωματώνει στις πρώτες του θεατρικές εμφανίσεις στη φοιτητική λέσχη, όλο το δίκαιο της θάλασσας με έμφαση στην υφαλοκρηπίδα.

Οι φοιτητές/τριες τον λάτρευαν μέχρι τις εξετάσεις. Πάντα προφορικές κι ο ίδιος αυστηρός ως δάσκαλος, έντιμος κι ευθύς. Φρόντιζε για τους φοιτητές του, τους παρείχε γνώση κι εκπαίδευση, απεχθανόταν  τους παπαγάλους. Πίστευε  ότι ένας καλός διεθνολόγος  πρέπει να γνωρίζει καλά ενοχικό δίκαιο για να μπορέσει να αντιληφθεί την έννοια της διεθνούς ευθύνης. Ήθελε πάνω από όλα οι φοιτητές να αντιλαμβάνονται το πώς λειτουργεί το διεθνές δίκαιο. Ποιος τολμούσε να μην διαβάσει. Εξέταζε πάντα υποβάλλοντας  έξυπνες ερωτήσεις, επιβράβευε το χιούμορ και την ευφυΐα των φοιτητών και μερικές φορές το θράσος τους. Θυμάμαι που παρήγγειλε κάποια μέρα κατά την ώρα των προφορικών εξετάσεων καφέ από το κυλικείο και ο φοιτητής που εξεταζόταν εκείνη τη στιγμή, του ζήτησε να παραγγείλει καφέ και για εκείνον, πράγμα που  έκανε με ευχαρίστηση, χωρίς καν να το σχολιάσει. Δεν έκανε σε κανέναν καμία χάρη όσον αφορά τη βαθμολογία και τις εξετάσεις.

Ως πρόεδρος της Νομικής Σχολής είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με το προεδρείο των φοιτητών. Συζητούσε συχνά μαζί τους φροντίζοντας να επιλύσει όλα τους τα προβλήματα και αισθανόταν ιδιαίτερα ασφαλής με την παρουσία τους κατά τη διάρκεια της Γεν. Συνέλευσης του Τμήματος. Ήταν ο Πρόεδρος του Τμήματος που περίμενε την προσέλευση των φοιτητών για να αρχίσει τη συνεδρίαση της Γεν. Συνέλευσης.

Ως συνάδελφος ήταν δίκαιος, απαιτητικός  αλλά και γενναιόδωρος. Δίκαιος διότι  έκρινε με επιχειρήματα στους χώρους όπου κρίνονται οι επιστήμονες, δηλαδή στη Γεν. Συνέλευση, ελάμβανε πάντα τη γνώμη των φοιτητών για τη διδακτική  ικανότητα των υποψηφίων, κάτι που θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό, μια και η δουλειά του πανεπιστημιακού δασκάλου έλεγε, είναι να καταλαβαίνουν οι φοιτητές το περιεχόμενο του μαθήματος που διδάσκει. Μας ανέθετε συχνά σεμινάρια και διδασκαλία μαθημάτων δείχνοντας μοναδική εμπιστοσύνη στους συνεργάτες του, για τις ικανότητες τους και την κατάρτιση τους. Ζητούσε τη γνώμη μας για κάποιες ενέργειες του, κι ήταν αυτό ακριβώς το σημείο του χαρακτήρα του, η έλλειψη εγωισμού, που τον έφερνε πιο κοντά με πολλούς συναδέλφους και φίλους,  ότι τους έδινε το δικαίωμα να μπορούν να του ασκούν κριτική.

Μας ενημέρωνε για όλα τα δρώμενα από τις αποστολές του στα Ηνωμένα Έθνη ,ιδιαίτερα από τη συμμετοχή του στην Επιτροπή του Διαστήματος, νέα πεδία για εμάς την εποχή εκείνη. Μας ενημέρωνε για τις δραστηριότητες φοιτητών σε άλλα πανεπιστήμια κι έτσι πληροφορηθήκαμε για τις εικονικές δίκες διεθνούς δικαίου που πραγματοποιούνταν σε διάφορα μέρη  και τις προσομοιώσεις των οργάνων διεθνών οργανισμών, γνωστά ως United Nations Models.

Η Νομική Κομοτηνής υπήρξε η πρώτη Σχολή από την Ελλάδα που συμμετείχε το 1984-5 στο Jessup Moot Court Competition στην Ουάσινγκτον κι η πρώτη που συμμετείχε από το 1986 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου πραγματοποιείται το Telders Moot Court Competition, στο οποίο  συμμετέχει έκτοτε ανελλιπώς με πολλές διακρίσεις.

Οι πρώτες αποστολές σε UN Models αρχίζουν από το ΔΠΘ το 1988 στο Τορόντο κι αυτά χάριν στον Κρατερό που έψαχνε, μάθαινε κι ανέθετε, στηρίζοντας όλες μας τις προσπάθειες. Επιδείκνυε μια απίστευτη εμπιστοσύνη στους συνεργάτες του ,γεγονός που μας έκανε περισσότερο επιμελείς και προσεκτικούς. Μας ενημέρωνε για καλοκαιρινά μαθήματα, τα οποία παρακολουθούσαμε εμείς, αλλά στη συνέχεια και πλήθος φοιτητών.

Ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης σε θέματα Διεθνούς Δικαίου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στεναχώρησε ακόμη και τον μέντορά του Δημήτριο Ευρυγένη διότι κατάφερε να αποκτήσει  η Νομική Σχολή Κομοτηνής το μοναδικό αρχείο της Κοινωνίας των Εθνών, που το διεκδικούσε κι η Νομική του ΑΠΘ. Ήταν γνωστό εξάλλου το πάθος του για τη δημιουργία μιας πλήρους βιβλιοθήκης Διεθνούς κι Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Δημιούργησε τη σειρά Τετράδια Διεθνούς Δικαίου,  τη σειρά Τετράδια Κοινοτικού Δικαίου και τη σειρά Τετράδια Διεθνών Σχέσεων, όπου δημοσιεύονταν επίκαιρες εργασίες στους αντίστοιχους επιστημονικούς τομείς. Ενώ στη σειρά Κείμενα Διεθνούς Πρακτικής δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά όλες οι διεθνείς πράξεις Διεθνούς Δικαίου ανά κατηγορία θέματος.

Ο Κρατερός Ιωάννου δημιούργησε σχολή Διεθνούς Δικαίου με διδάκτορες του υπηρετούν σε πολλά πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού . Από έναν πρόχειρο απολογισμό μέχρι το 2014 περίπου,  στους τομείς  Διεθνών Σπουδών της χώρας ,οι μισοί και πλέον διδάσκοντες ήταν  συνεργάτες ή διδάκτορες του Κρατερού Ιωάννου. Τόσο έντονη ήταν η επιρροή που άσκησε και ασκούσε στο περιβάλλον του για τη σημασία του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Η άποψή του για την εκπαιδευτική σκοπιμότητα των Διεθνών Σπουδών

Σχετικά με την εκπαιδευτική σκοπιμότητα των διεθνών σπουδών παραθέτω ένα κείμενο του διαχρονικά σημαντικό και επίκαιρο  :

«Είναι βέβαιο πως η ισόρροπη ένταξη των μαθημάτων διεθνών σπουδών μέσα σε ένα σύγχρονο πρόγραμμα ελληνικής Νομικής Σχολής προσκρούει σε πολλές δυσχέρειες. Μια από αυτές είναι ότι το πρόγραμμα καταλαμβάνεται σε συντριπτικό ποσοστό από τα μαθήματα του εσωτερικού δικαίου. Βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά σε έναν «ιμπεριαλισμό» των μαθημάτων εσωτερικού δικαίου στα προγράμματα των ελληνικών Νομικών Σχολών, που μοιραία προκαλεί ασφυξία του προγράμματος και εκτοπίζει όλα τα άλλα γνωστικά αντικείμενα». Ωστόσο ο ίδιος είχε καταφέρει να εντάξει πολλά μαθήματα διεθνών σπουδών ως υποχρεωτικά στη Νομική Σχολή ΔΠΘ. Πέρα από το Ευρωπαϊκό ,είχε ως υποχρεωτικά το Διεθνές Δίκαιο Ι και ΙΙ. Και συνεχίζει,

«Άλλη δυσχέρεια είναι η προσωποποίηση των μαθημάτων, που εξαναγκάζει τον διδάσκοντα να καλύπτει κάθε χρόνο ορισμένο αριθμό ωρών στο ίδιο πάντα μάθημα. Ο ισχύων νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των υποχρεωτικών μαθημάτων αποτελεί μιαν άλλη σημαντική τροχοπέδη. Οι τεχνικές αυτές δυσχέρειες δεν είναι τόσο ανυπέρβλητες όσο φαίνονται από πρώτη άποψη. Τη στιγμή που θα υπερκερασθεί η ψυχολογική επιφυλακτικότητα και θα γίνει κατανοητή η επιστημονική αναγκαιότητα των μαθημάτων αυτών οι λύσεις θα βρεθούν. Η ευρεία χρήση των εξαμηνιαίων μαθημάτων, είναι μια από αυτές. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορούν να διδαχθούν πέρα από το δημόσιο και το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και τη συγκριτική επιστήμη, εισαγωγικά μαθήματα γύρω από την οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας, σύγχρονη ιστορία, διεθνείς σχέσεις , διεθνές οικονομικό δίκαιο, διεθνή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διεθνές διοικητικό, διεθνές ποινικό δίκαιο, δίκαιο διεθνών συναλλαγών και βέβαια δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η νομική παιδεία διαπλάθει νομικούς. Οι νομικοί με τη σειρά τους διαμορφώνουν τις έννομες σχέσεις. Και αυτές επιδρούν τελικά στη δομή της κοινωνίας μας. Έτσι το πρόγραμμα σπουδών μιας Νομικής Σχολής βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη μορφή της κοινωνίας που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Σε τελευταία ανάλυση το πρόγραμμα είναι μια συντεταγμένη του πολιτισμού μας. Είναι αναγκαίο συνεπώς να ανταποκριθεί με πλαστικότητα στις νέες διαστάσεις που καλείται να καλύψει ο Ελληνισμός. Διαφορετικά, για να θυμηθούμε τον Σεφέρη, όλα μας τα όνειρα για ένα καινούριο μέλλον κινδυνεύουν να γίνουν δημόσιοι εφιάλτες».

 

Η άποψή του για την Ανώτατη Παιδεία

Σχολιάζοντας την κρίση στην ανώτατη παιδεία στον Πανηγυρικό του λόγο  στο ΔΠΘ έλεγε στις 30/01/1990: «Το Ελληνικό πανεπιστήμιο  επί μια δεκαετία θεωρείται ότι περνάει κρίση. Δεν είναι όμως μόνον η πολιτεία που μεταβλήθηκε σε καβαφικό πολιτικό αναμορφωτή για να δημιουργήσει την καφκική ατμόσφαιρα της νομοθετικής αναρχίας. Προστέθηκε και η δικαιοσύνη ως παράγοντας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το Συμβούλιο Επικρατείας ανέλαβε τα τελευταία χρόνια μια χωρίς προηγούμενο παρέμβαση στα θέματα της παιδείας, αφού οι κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταφέρθηκαν από το κτίριο της Βουλής στον άνω όροφο. Παιδεία όμως που η φιλοσοφία της ελέγχεται δικαστικά είναι «παιδεία-διαχείριση» και όχι «παιδεία-όραμα». Η αληθινή παιδεία κατά τούτο διαφέρει από τη συστηματική αποδελτίωση και αποθήκευση πληροφοριών. Ότι είναι φτιαγμένη από το υλικό που γίνονται τα όνειρα, όπως έλεγε και ο Άμλετ. Κι αυτά δεν μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά». Πόσο επίκαιρος είναι !!

Ειδικά για το Δημοκρίτειο τόνιζε :

«Αν μπορεί να υπάρξει πειραματική απόδειξη μιας κοινωνικής αντίληψης, το πανεπιστήμιό μας προσφέρεται απόλυτα για ένα τέτοιο πεδίο πειραματισμού. Τοποθετημένο στα ακραία ανατολικά όρια της δυτικής σκέψης, στα σύνορα της Ευρώπης και της Κοινότητας, θα πρέπει να αποτελεί τον μεθοριακό εκτοξευτήρα της ευρωπαϊκής και ελληνοχριστιανικής σκέψης προς την Ανατολή. Ταγμένο από τη φύση του και τη θέση του να ξεπεράσει τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας, και τις παλινωδίες του εκπαιδευτικού συστήματος, δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνον ως πρότυπο. Να βγει από τον κατάλογο των επιλογών στις περίφημες «δέσμες» και να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής επιλογής για όσους συνειδητά επιθυμούν να γίνουν σκαπανείς ενός πολιτισμικού ακριτικού φυλακίου. Φυλακίου που δεν θα φυλάσσει αλλά θα διδάσκει και θα σαγηνεύει. Σε αυτόν εδώ τον χώρο πρέπει να παλέψουμε για τα ακραία όρια του πολιτισμού μας, για την επιβεβαίωση της εθνικής μας ύπαρξης, που ταυτίζεται πια με την ευρωπαϊκή. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την πνευματική μας τήβεννο και να περιβληθούμε τη στολή του πολιτιστικά μάχιμου στρατιώτη. Πρέπει επιτέλους να επιλέξουμε, παραφράζοντας τον Καστοριάδη : Πνευματικά και πολιτιστικά αναπτυγμένη Θράκη ή βαρβαρότητα».

Ο Κρατερός Ιωάννου έκανε γνωστό το Δημοκρίτειο στην Ευρώπη και στην Αμερική, ονειρευόταν να λάβει  περίοπτη θέση στον βαλκανικό χώρο ιδιαίτερα με την ίδρυση ενός Διαβαλκανικού Ινστιτούτου  στην Κομοτηνή.

Επιστημονικό έργο      

Το επιστημονικό του έργο χαρακτηρίζεται από πολυμορφία και η επιστημονική του προσφορά υπήρξε πολυσχιδής. Ασχολήθηκε με πολλούς κλάδους του διεθνούς δικαίου με εμβάθυνση σε πολλά θέματα, κάτι μοναδικό πλέον στις ημέρες μας, διότι ο καθένας καλλιεργεί έναν ή το πολύ δύο κλάδους του διεθνούς δικαίου μια και η εξέλιξη των επιστημονικών θεμάτων είναι συνεχής. Σημάδεψε πολλούς επιστημονικούς χώρους, επειδή διέθετε ευρεία παιδεία και γνώσεις σε πολλά επιστημονικά πεδία κι είχε το χάρισμα να γράφει γρήγορα κι έξυπνα, εμβαθύνοντας σε πολλά θέματα.

Το επιστημονικό του έργο περιλαμβάνει το Διεθνές Δίκαιο, την Εξωτερική Πολιτική, το Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τη Διεθνή προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σχολιάζει εθνικές και διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, δημοσιεύει βιβλιοκρισίες, οι πανηγυρικοί του λόγοι συζητούνται για χρόνια, ακόμη περισσότερο όμως οι συνεντεύξεις του για τα εθνικά και διεθνή ζητήματα.

Ο Κρατερός Ιωάννου είχε το χάρισμα να γράφει γρήγορα και έξυπνα, το πηγαίο χιούμορ και η ευφυΐα του τον οδηγούσαν συχνά σε πρωτότυπα και ενδιαφέροντα κείμενα. Ήταν πληθωρικός στην εργατικότητά του, τελείωνε με πάθος ότι άρχιζε με σαφή επιχειρηματολογία και συνέβαλε δυναμικά σε μια εποχή που υστερούσε σε πολλά. Υπήρξε αξιόπιστος και αποτελεσματικός και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σου δώσει την πληρέστερη για τα εθνικά θέματα γνώμη, διακρινόταν από μεγάλη αίσθηση νομικής μάχης, χάριν στην οποία κατόρθωνε να ξεπερνά τις δυσκολίες μιας διαπραγμάτευσης σε επίπεδο ισορροπιών.

Το συγγραφικό του έργο  χωρίζεται σε 4 κατηγορίες : Στο Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο Διεθνές Δίκαιο, στην Εξωτερική Πολιτική και στα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Στο Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνέγραψε τέσσερις μονογραφίες, 17 άρθρα και μελέτες, 8 εκτενή σχόλια και 8 βιβλιοκρισίες, ενώ  το 1/3 του έργου του είναι γραμμένο στα Αγγλικά. Ο λόγος του πρωτοπόρος χρονικά και ουσιαστικά

Ο Κρατερός Ιωάννου είχε πάθος με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) κι άρχισε να ασχολείται με αυτήν από την ίδρυσή της. Το 1962 δημοσίευσε στο περιοδικό Αρμενόπουλος το πρώτο του επιστημονικό άρθρο που αφορούσε τη «Νομική προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού εντός της Ε.Ο.Κ. και τη Συμφωνία των Αθηνών». Ο νεαρός τότε δικηγόρος ανέλυσε τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και σκιαγράφησε τον τρόπο εφαρμογής τους με βάση τη Συμφωνία Σύνδεσης που είχε υπογράψει η Ελλάδα με την ΕΟΚ. Στο κείμενο αυτό βλέπουμε  την ίδια νομική σκέψη και την ίδια νομική μεθοδολογία που τον διέκρινε αργότερα. Το πρώτο του αυτό έργο μπορεί να καταδείξει την τάση του προς δυο κατευθύνσεις, πρώτον για εφαρμοσμένη έρευνα, και δεύτερον την ενασχόλησή του με ένα θέμα του ουσιαστικού κοινοτικού δικαίου που αφορά τις συναλλαγές.

Το επόμενο έργο του στο κοινοτικό δίκαιο  «Ο εμπορικός Αντιπρόσωπος εις το δίκαιον της ΕΟΚ»(1964), αποτελεί μια πλήρη ανάλυση του θεσμού από έναν μη ειδικό στο εμπορικό δίκαιο. Ακολούθησε η μελέτη  « Ο εμπορικός αντιπρόσωπος στο δίκαιο της ΕΟΚ – Νεώτερες εξελίξεις» που δημοσιεύτηκε στο Δελτίο του Επιμελητηρίου και αναφέρεται στην προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την κοινοτική οδηγία περί εμπορικού αντιπροσώπου. Η μελέτη αυτή  αποτέλεσε τη βάση για όποιον επιθυμούσε να ασχοληθεί  με παρόμοια ζητήματα.

Το άρθρο του «States as International Judgment Debtors within the European Communities (Institutional Enforcement Mechanisms)» δημοσιεύτηκε στην Revue Hellenique de Droit International (1969), με το άρθρο του  «Δημοκρατία και Ευρωπαϊκές Κοινότητες»,  στην Επιθεώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (1980) να ολοκληρώνει την πρώτη του προσέγγιση στο κοινοτικό φαινόμενο.

Η  εισήγηση του με τίτλο « Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και επιστημονικός εξοπλισμός του έλληνα νομικού» αποτελεί ένα  σημαντικό κείμενο στο οποίο  δείχνει  τον δρόμο που θα ακολουθήσει μετέπειτα  όταν το 1984 γράφει  στην Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, έναν μικρό οδηγό για του Έλληνες δικαστές όσον αφορά « Τον εθνικό δικαστή και το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού».

Το ενδιαφέρον του για  την εφαρμοσμένη έρευνα και η ανησυχία του για την μετάδοση της γνώσης του κοινοτικού δικαίου με κατανοητό  τρόπο στους λειτουργούς της δικαιοσύνης, όπως είναι οι δικαστές και οι δικηγόροι, συνεχίζεται με την εισήγηση   «Ο Δικηγόρος ως συλλειτουργός της Δικαιοσύνης στο νέο Ευρωπαϊκό Δικαστικό Χώρο»(1985) κι η προσπάθεια ολοκληρώνεται με τα  «Εθνικά ένδικα βοηθήματα για παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου». Είναι συνεχής η προσπάθεια του να  συνδράμει στο δύσκολο έργο  τους δικαστές και δικηγόρους, που συναντά συχνά στη μάχιμη δικηγορία. Θεωρεί μάλιστα θετική την εικόνα της ελληνικής νομολογίας να εφαρμόζει κοινοτικό δίκαιο στα λίγα χρόνια που μεσολάβησαν από την ένταξη της Ελλάδας.

Ακολουθεί η συμμετοχή του  (μαζί με τον καθηγητή Κ.Καλαβρό) στο 11ο Διεθνές Συνέδριο της F.I.D.E ‘’Europe and the Media’’, (1984) σχετικά με «Τη συμβατότητα του ελληνικού ραδιοτηλεοπτικού νόμου με το κοινοτικό δίκαιο». Γράφει για  τις «δημόσιες επιχειρήσεις και το κοινοτικό δίκαιο»  μια Εισήγηση στις ελληνογαλλικές ημερίδες, Θεσσαλονίκη που δημοσιεύεται στο Journees de la Societe de Legislation Comparee,(1990).

Στο βιβλίο του « Η απέλαση υπηκόου Κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και επιφυλάξεις δημοσίου συμφέροντος στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (1981),που δημοσιεύθηκε  στη σειρά ‘’Βιβλιοθήκη Δημοσίου Δικαίου’’, εξετάζει τις έννοιες  της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας ως θεμιτούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων στην κοινοτική έννομη τάξη, σε σχέση με το πλαίσιο της συνταγματικής προστασίας που καθιερώνει το ελληνικό Σύνταγμα, καθώς και τους διεθνείς κανόνες που ενεργούν μέσα στην ελληνική έννομη τάξη με έμφαση στο δίκαιο των διεθνών συμβάσεων.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα άριστο δείγμα της δυνατότητας του  να χειριστεί πολλούς κλάδους του δικαίου ταυτόχρονα, όπως το δημόσιο , το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και το συνταγματικό δίκαιο. Καταδεικνύει ότι ο θεσμός της ευρωπαϊκής ιθαγένειας αποτελεί στην ουσία μια δέσμη ειδικών δικαιωμάτων κοινοτικού χαρακτήρα που υιοθετήθηκε με σκοπό την προώθηση της Ευρώπης των Πολιτών. Μια δέσμη που δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για το τυχόν μελλοντικό στάδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης και δεν έχει πράγματι σχέση με τον θεσμό της ιθαγένειας όπως αυτός είναι γνωστός στο δημόσιο διεθνές δίκαιο.

Κλείνει μάλιστα την εν λόγω μελέτη με μια σειρά από ερωτήματα για να δείξει ότι ο ερευνητής δεν πρέπει ποτέ να είναι ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα της έρευνάς του αλλά πρέπει να συνεχίζει και άλλο προς ένα γόνιμο διάλογο.

Επιστέγασμα της ικανότητάς του να χειρίζεται άνετα το σύνολο του κοινοτικού δικαίου και να ανευρίσκει τα σημεία τριβής μεταξύ ελληνικής και κοινοτικής νομοθεσίας αποτελούν δυο άρθρα του στο European Law Review που δημοσίευσε στην αγγλική  γλώσσα (1989) και (1994) σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην Ελλάδα (το δεύτερο από κοινού με την επιστημονική συνεργάτιδα του ΚΔΕΟΔ κ.  Δ. Αναγνωστοπούλου).

Έτσι επιτυγχάνει να χαράξει την δική του ερμηνευτική πορεία και να τεκμηριώσει την δική του νομική άποψη, διέθετε μια εξαιρετική νομική ακριβολογία, μια γλωσσική ομορφιά ενώ τα επιστημονικά του κείμενα αποτελούν κόσμημα για την ελληνική βιβλιογραφία.

Από τα πλέον χαριτωμένα του κείμενα, που άφησε εποχή στην ελληνική βιβλιογραφία είναι το βιβλίο στα τετράδια Κοινοτικού  Δικαίου (1979). Συμβολή  στο έτος μηδέν της ελληνικής νομικής βιβλιοκρισίας (Πώς να μάθετε ή να μην μάθετε κοινοτικό δίκαιο).Στο κείμενο αυτό, ασκώντας οξεία κριτική γράφει : « Η βιβλιοκρισία των νομικών μελετών δεν σημειώνει ιδιαίτερη άνθηση στο τόπο μας. Από μια προσεκτική μελέτη σε αξιόπιστα ελληνικά περιοδικά στη στήλη βιβλιοκρισία διαπίστωσα ότι απλά περιγράφουν το ‘’αξιόλογο’’ πόνημα χωρίς να αναφέρουν σε τι ακριβώς συνίσταται το αξιόλογο της παρουσιαζόμενης μελέτης. Στα 41 έργα των ελληνικών συγγραφέων που κρίθηκαν όλα είναι αξιόλογα, ενσυνείδητα ,εμπεριστατωμένα, γλαφυρά, συστηματικά, ενημερωμένα κλπ. Που οδηγούν σε μια υπεραισιοδοξία για την ελληνική συγγραφική παραγωγή, είτε σε κατάθλιψη για την ελληνική νομική βιβλιογραφία. Το φαινόμενο ισοδυναμεί με ΄΄ακρισία΄΄ που αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη. Η παντελής ανυπαρξία κριτικού ελέγχου της νομικής συγγραφικής παραγωγής διευκολύνει με τη σειρά της την ανευθυνότητα. Ο καθένας δημοσιεύει στην Ελλάδα με την άνεση του ανέλεγκτου. Την ίδια άνεση διαθέτουν και οι εκδότες. Που οφείλεται αυτό ; Στην έλλειψη επιστημονικού διαλόγου στην ελληνική νομική επιστήμη στην καθιέρωση του μονολόγου – με ελάχιστες αναλαμπές στη μη λήψη υπόψη στην εκλογή ενός επιστήμονα τη συμβολή του στις βιβλιοκρισίες, που οδηγεί στο να μην κάνει κάποιος τον κόπο να ασχοληθεί με το είδος αυτό».  Στη συνέχεια προβαίνει σε βιβλιοκρισία πέντε βιβλίων  που κυκλοφόρησαν εκείνη την εποχή για το Κοινοτικό Δίκαιο.

 

Διεθνές Δίκαιο  

Στο Διεθνές Δίκαιο ασχολήθηκε με πολλά, με τις πηγές του διεθνούς δικαίου, τη διεθνή ευθύνη, τους διεθνείς κανόνες και το αστικό δικονομικό δίκαιο, τις διοικητικές διαφορές και τη διεθνή έννομη τάξη, την εφαρμογή των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη, τις επιφυλάξεις στην υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των λαών, τη Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, το Βατικανό, ένα κράτος με αρνητικό πρόσημο. Έγραψε περισσότερες από 37 εργασίες, πολλές στην αγγλική γλώσσα.

Επηρεασμένος από τη μεγάλη δικηγορική του εμπειρία προσέγγιζε συχνά τη σχέση του Διεθνούς με το εσωτερικό δίκαιο. Από τη διδακτορική του διατριβή , μέχρι την κλασσική του  μελέτη για το άρθρο 28 παρ 1 του Συντάγματος καταγράφεται η συνεχής βούλησή του να παίξει το διεθνές δίκαιο άμεσο ρόλο στα πράγματα και να εφαρμόζεται κυρίως από δικηγόρους και δικαστές   Ήταν  γεμάτος ιδέες για πολλά και διάφορα γύρω από το Διεθνές Δίκαιο  το οποίο σεβόταν βαθειά και πίστευε ότι   μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στα εθνικά μας ζητήματα. Αυτή  η αγωνία  της εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου είναι και στις ημέρες μας διάχυτη.

Το έργο του «Η συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 28,1 του Συντάγματος (1975)»,αποτελεί  κλασσικό  πόνημα στη βιβλιογραφία του Διεθνούς Δικαίου και της θέσης που κατέχουν οι γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου και οι διεθνείς συμβάσεις στην ελληνική έννομη τάξη. Έργο πρωτοποριακό και σημαντικό ακόμη και σήμερα. Προτείνει το θέμα αυτό να τύχει περαιτέρω έρευνας από  ερευνητικούς φορείς και εφαρμοστές του δικαίου, κι υπογραμμίζει  ότι «η συνταγματική ένταξη του διεθνούς δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη και μάλιστα σε τόσο υψηλή ιεραρχική βαθμίδα θα αποκτήσει τη σημασία της μόνον όταν λειτουργήσει και θα λειτουργήσει όταν δημιουργηθεί η αναγκαία νομική συνείδηση για τη σημασία του διεθνούς δικαίου ως παράγοντος του πολιτισμού μας. Το έργο αυτό ανήκει σήμερα στο σύνολο της ελληνικής νομικής κοινότητας».

Επανέρχεται στο θέμα των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου με τη μελέτη του «Προβλήματα ερμηνείας του άρθρου 28,1 του Συντάγματος (1981)», όπου προβαίνει σε διεξοδική ανάλυση της παρ. 1 του άρθρου 28 και ασκεί έντονη κριτική τόσο για την εννοιολογικά ανεπιτυχή, όσο και για την νομικά ανακριβή διατύπωση. Κρίνει ότι το κέντρο βάρους του άρθρου 28,1 δεν είναι η ένταξη του διεθνούς δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε η επιταγή εφαρμογής του διεθνούς δικαίου.  «Υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο ρυθμιστικό στοιχείο της διάταξης είναι η ιεράρχηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, σε σχέση με τους εσωτερικούς κανόνες, κατά τη λειτουργία της εφαρμογής τους στο εσωτερικό της χώρας. Εκείνο που ήθελε ο συνταγματικός νομοθέτης είναι από τη μια μεριά ότι το διεθνές δίκαιο υπερέχει του εσωτερικού σε περίπτωση σύγκρουσης, και από την άλλη ότι για να υπερέχει πρέπει να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις και συγκεκριμένα οι διεθνείς συνθήκες να έχουν κυρωθεί με νόμο και να έχουν τεθεί διεθνώς σε ισχύ» .

Αφήνει και μια υποθήκη σε όλους μας που οφείλουμε να  εξετάσουμε. Ζητάει να συγκεντρώσουμε όλα τα ερμηνευτικά ζητήματα που προκαλούν οι διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, και να  εκδοθεί μονογραφία με θέμα «Το δίκαιο των διεθνών σχέσεων της χώρας». Ευχόταν κι  επιθυμούσε να βρει ο ίδιος τον χρόνο να ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Νομίζω ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να ενταχθεί στις άμεσες ερευνητικές δραστηριότητες του Εργαστηρίου σας.

Σε μια τρίτη μελέτη του με τίτλο «Το Γενικό Διεθνές Δίκαιο στο Σύνταγμα, ανάλυση των νομοθετικών στοιχείων του άρθρου 28,1» (Στο περίφημο βιβλίο των τεσσάρων καθηγητών Διεθνούς Δικαίου, Ιωάννου, Οικονομίδη, Ροζάκη, Φατούρου (1990), αναλύει διεξοδικά την έννοια και το περιεχόμενο του γενικά παραδεδεγμένου κανόνα και τον τρόπο εφαρμογής του στην Ελλάδα, σε σχέση με την αρμοδιότητα του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και προβαίνει σε μια συγκριτική μελέτη του ζητήματος με ανάλογα παραδείγματα από τη Γαλλία, Ολλανδία, Ισπανία, Δ. Γερμανία και Ιταλία). Για να κλείσει τη θεματική αυτή με την 4η κατά σειρά μελέτη του με τίτλο : «Νομοθετικά, νομολογιακά και συγκριτικά προηγούμενα εφαρμογής του γενικού διεθνούς δικαίου στην εθνική έννομη τάξη», στο ίδιο βιβλίο.

Στο ουσιαστικό διεθνές δίκαιο δείχνει το πάθος του για τις Γενικές Αρχές του Διεθνούς Δικαίου και τις Επικουρικές Πηγές, αναλύοντας τη νομολογία των Διεθνών Δικαστηρίων, τις χωριστές γνώμες των δικαστών και τη νομολογία Διεθνών Διαιτητικών Δικαστηρίων,  Διεθνών Διοικητικών Δικαστηρίων καθώς και των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΕΔΔΑ στο βιβλίο των τεσσάρων καθηγητών με τίτλο : «Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο Θεωρία των Πηγών (1988)»,  μια πρωτοποριακή ιδέα, να συγγράψουν τέσσερις πρωτοβάθμιοι Καθηγητές Διεθνούς Δικαίου ένα κοινό σύγγραμμα Μια ιδέα που ακολουθήσαμε αργότερα και άλλοι, και ακολουθούν οι νεώτεροι σήμερα, όπως και ο κ.Αντωνόπουλος.

Επικέντρωνε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στα ζητήματα της διεθνούς ευθύνης. Το περίφημο φυλλάδιο της διεθνούς ευθύνης που επιμελήθηκε μετά το θάνατό του ο κ. Αντωνόπουλος υπήρξε τουλάχιστον για τις παραδόσεις μας η βάση του Διεθνούς Δικαίου. Ο Κρατερός Ιωάννου θα ήταν πολύ περήφανος και ευχαριστημένος για σένα Κώστα. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι σε αγαπούσε τόσο πολύ.

Στο άρθρο του ,Βατικανό, Ένα κράτος με αρνητικό πρόσημο (1979), ασχολείται με το Διεθνές Δίκαιο στα πρακτικά επεξεργασίας του ΣτΕ/1979 σχετικά με τη δημιουργία πρεσβείας στο Βατικανό, και τη διπλωματική κρίση που δημιουργήθηκε.  Τονίζει εκ νέου «ότι είναι απαραίτητο να καταβληθούν συλλογικές προσπάθειες μέσα στους διαθέσιμους ερευνητικούς φορείς, σε συνεργασία με τους εφαρμοστές του δικαίου. Αλλά ούτε και η αμιγώς συγγραφική δραστηριότητα είναι δυνατή να μονοπωλήσει την προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί». Ασκεί κριτική στην απόφαση του ΣτΕ και «επιμένει και προτείνει να γίνουν ημερίδες, σεμινάρια , συζητήσεις καθώς είναι αναγκαίο να φιλοξενήσουν τις διάφορες νομικές τάξεις της χώρας ούτως ώστε να θεωρηθεί εξαντλητικά το πρόβλημα της εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στον εσωτερικό χώρο».

Εξωτερική Πολιτική

Στα ζητήματα της Εξωτερικής Πολιτικής ασχολήθηκε με τις σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας, με  την εξωτερική πολιτική και το Εικοσιένα, με το ζήτημα των Σκοπίων, με  το Αιγαίο τη Θράκη την Κύπρο.

Έγραψε δύο μελέτες για τις σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας στον 19ο αιώνα, η πρώτη, (1985) και μεταξύ των ετών 1941-1955 η δεύτερη, (Ανάλεκτα τ.Ι) καταδεικνύοντας την αγάπη του για την ιστορία, αναφέρθηκε στον αγώνα  και  στις προσπάθειες των βαλκανικών λαών για συνεργασία  μέσα από το Βαλκανικό Σύμφωνο, προσπάθειες επιπόλαιες, όπως τις χαρακτηρίζει, που προσπαθούν να καλύψουν πρόσκαιρες πολιτικές ανάγκες της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής και ομοσπονδιακών ενθουσιασμών, χωρίς σοβαρότερη και μακροχρόνια επεξεργασία, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση, ούτε στοιχειωδώς να συνδράμουν  στην άμβλυνση των αναπόφευκτων πολιτικών αντιθέσεων στον βαλκανικό χώρο.

Η αγάπη του για την ιστορία διαπιστώνεται και από το έργο του «Εξωτερική Πολιτική και Διεθνές Δίκαιο στο Εικοσιένα» (1979), όπου αναφέρεται σε ορισμένα καθοριστικά στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής της επανάστασης, αναλύει την επανάσταση ως διεθνές πρόβλημα, τη συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο ως εκδήλωση της εξωτερικής πολιτικής , εξετάζει την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου κατά τη διάρκεια της επανάστασης, τη σχέση και με άλλους λαούς, την αντιμετώπιση και νομική μεταχείριση του Φιλελληνισμού και των αλλοδαπών εθελοντών, τις σχέσεις της Διοίκησης με τους Πρόξενους άλλων πολιτειών στον Ελλαδικό χώρο και κλείνει : «Διαβάζοντας αρκετά δοκίμια για το εικοσιένα, ιδιαίτερα λόγους πανηγυρικούς διαπίστωσα πόσο συχνή και πυκνή είναι η αναφορά στους ηρωισμούς. Ωστόσο αξίζει νομίζω να στρέψουμε λίγο τον στοχασμό μας σε εκείνους που πάσχισαν με το μελάνι να αξιοποιήσουν το μπαρούτι. Κι ας είναι τούτο ένα από τα πολλά διδάγματα που αντλούμε από το Εικοσιένα για τους καιρούς μας : πως μόνο συνταιριασμένη με τη γνώση και την ελευθερία μπορεί η δύναμη να εγγυηθεί στην ελληνισμό την πορεία του στην ιστορία». Τόσο επίκαιρος είναι!

Για τα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής είχε σαφή θέση και διατύπωνε συχνά τις απόψεις του. Στη συνέντευξή του : Οι τρεις εκδοχές για τα Σκόπια (Ελευθεροτυπία 1992) χαρακτήρισε τα αντίμετρα προς τα Σκόπια, όχι οικονομικό αποκλεισμό, αλλά χρήση ειρηνικών αντιμέτρων, ενώ άσκησε κριτική τόσο για την περιφερειακή επιτροπή Badinter, όσο και τη στάση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Την ίδια εποχή έγραφε ότι η εξωτερική μας πολιτική χρειάζεται στρατηγικό σχεδιασμό και πρότεινε να συγκαλέσει ο Υπουργός Εξωτερικών σύσκεψη λέγοντας : «τώρα σχεδιάστε την πολιτική για  τα επόμενα 2-3 χρόνια!.».
Έγραφε «Απαιτείται πρώτα η ύπαρξη συνείδησης αναγκαιότητας του σχεδιασμού και έπειτα οργάνωση διαρκείας που φυσικά πρέπει να ξεκινήσει από τα ίδια τα κόμματα. Σήμερα, από όσο γνωρίζουμε τα πολιτικά κόμματα δεν διαθέτουν μια διαρκή επιτελική ομάδα για την εξωτερική πολιτική. Κάποια Ινστιτούτα σε επίπεδο κόμματος δεν μπορούν να παίξουν επιτελικό ρόλο! Πέρα από τα Σκόπια, είδατε πουθενά συγκεκριμένη αναλυτική και τεκμηριωμένη πρόταση για το Κυπριακό και τα Ελληνοτουρκικά;». Και συνεχίζει, «Συνεπώς βλέπω να διαιωνίζεται η κακοδαιμονία μας, η οποία δεν μας επιτρέπει ακόμη και μέσα στον δικό μας πολιτικό χώρο να καταστρώσουμε ευρύτερα προγράμματα και να διατυπώσουμε προτάσεις για μακρόπνοες στρατηγικές. Έτσι, αντιδρούμε στα διεθνή φαινόμενα – δεν δρούμε!»

Το ζήτημα των Σκοπίων

Με το ζήτημα της αναγνώρισης των Σκοπίων ασχολήθηκε από το 1992. Ήταν παρών στη δίκη για τα προσωρινά μέτρα στο ΔΕΚ όμως η συμβολή του είναι καθοριστική στη σύνταξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, που υπογράφηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1995 στη Νέα Υόρκη από τους Υπουργούς Εξωτερικών.

Ο Κρατερός Ιωάννου πίστευε ότι το καλό διαπραγματευτικό κλίμα των δυο κρατών, ωφείλετο κυρίως και στη διπλή, έστω και προσωρινή νίκη της Ελλάδας στο επίπεδο του ΔΕΚ.

Ποιες είναι για τον Κρατερό Ιωάννου οι σημαντικότερες προτεραιότητες της Ενδιάμεσης Συμφωνίας :

  1. «Ότι με τη διάταξη του άρθρου 5,1 ανατρέπεται η πάγια θέση των Σκοπίων ότι το όνομά τους είναι αδιαπραγμάτευτο, κι ότι σε κάθε περίπτωση το όνομα είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο ενός διαπραγματευτικού συμβιβασμού.
  2. Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 27 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις του εσωτερικού του δικαίου (συνταγματικού ή κοινού) για την παραβίαση της Συνθήκης. Συνεπώς οποιαδήποτε μελλοντική συμπεριφορά της ΠΓΔΜ που θα παραβίαζε τη Συνθήκη, θα ήταν αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο  και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 21,2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, υποκείμενη σε ακύρωση με απόφαση του Διεθνούς  Δικαστηρίου.
  3. Η ανάγκη κατάργησης των συμβόλων

Η κατάργηση των συμβόλων θα γίνει σε συνδυασμό με την υποχρέωση  αποτροπής εχθρικών ενεργειών προπαγάνδας και την ουσιαστική απαγόρευση οποιασδήποτε πολιτιστικής υποκλοπής (άρθρο 7) αλλά και οποιασδήποτε προπαγάνδας που είναι αντίθετη τόσο με το γενικό Διεθνές Δίκαιο όσο και με το πνεύμα της Ενδιάμεσης  Συμφωνίας».

 

Σχετικά με την άρση των οικουμενικών μέτρων που επακολούθησαν της οριστικής επίλυσης των διαφορών, προτείνει στέρεο κλίμα αμοιβαίας συνεργασίας με κύριο μοχλό τον οικονομικό τομέα.

Γράφει προφητικά ότι η σημασία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας θα δοκιμαστεί στην πράξη, ενώ πίστευε ότι αν εφαρμοστούν οι διεθνείς συνθήκες με καλή πίστη, θα έχουμε μια διαφορετική εποχή ελληνικής παρουσίας στα Βαλκάνια. Όμως η καλή πίστη δεν εφαρμόστηκε…..

 

Δικαιώματα του Ανθρώπου    

Στα 12 κείμενα του στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα  σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου δίνει έμφαση στο δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης (1982), τονίζοντας μεταξύ άλλων : «οι περιορισμοί κάθε μορφής στην κυκλοφορία ιδεών βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τη διεθνή προστασία της έκφρασης». Επανέρχεται με το άρθρο του για την Πολιτική Κριτική, Δυσφήμηση και Ελευθερία της Έκφρασης (ΕΕΕυρΔ 1985) αναλύοντας την ελευθερία έκφρασης μέσα από τη νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το άρθρο του The International Debate relating to the Freedom of Information (1989) εξετάζει τον ρόλο της πληροφόρησης σε ένα παγκόσμιο επίπεδο. Στην μελέτη του Η Ραδιοτηλεόραση μεταξύ Συντάγματος και Διεθνούς Προστασίας. Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ στα Ραδιοτηλεοπτικά Μέσα  (ΕΕΕυρΔ 1989 ) αναφέρεται στην ελευθερία έκφρασης ως τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, στην νομολογία των οργάνων της ΕΣΔΑ για να καταλήξει «Η συστηματική και εντατική παιδεία που θα συμφιλιώσει τον ανθρώπινο νου με τον καταιγισμό των πληροφοριών, θα πολλαπλασιάσει και θα βελτιώσει τα κριτήρια επιλογής…. διότι παιδεία χωρίς ελευθερία είναι αδιανόητη».

Είναι επικριτικός στο άρθρο του Politicαl DemocracySocial Democracy, σχολιάζοντας το περιεχόμενο της έννοιας της Δημοκρατίας και το αδιαίρετο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σε Συνέδριο του Συμβουλίου της Ευρώπης στο ΚΔΕΟΔ (1987).

Σχολιάζοντας Τις μελλοντικές προοπτικές  της ΕΣΔΑ για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου  (ΕΕΕυρΔ 1989), έγραψε ότι « η ΕΣΔΑ δεν θα κριθεί μόνον από την εξέλιξη της θεσμικής διεθνούς προστασίας  – υπήρχαν ήδη συζητήσεις για θεσμική αλλαγή ( στην οποία πρωτοστάτησε), θα κριθεί από τον βαθμό ενσωμάτωσης της στη συνείδηση των εθνικών οργάνων εφαρμογής, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και η Διοίκηση που την αγνοεί» . Οι παρατηρήσεις του για τα προβλήματα από την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στην εσωτερική έννομη τάξη και οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν είναι εξαιρετικά επίκαιρες. Στο άρθρο του The application of the ECHR in the Greek Legal Order (Ανάλεκτα ΙΙ 1995) αναφέρεται σε όλες τις υποθέσεις κατά Ελλάδας ενώπιον των οργάνων της ΕΣΔΑ και προτείνει μεταξύ άλλων τη δημιουργία ειδικής υπηρεσίας στο Υπουργείο Εξωτερικών που θα ασχολείται αποκλειστικά με τις ατομικές προσφυγές .

Το θέμα των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην κοινοτική έννομη τάξη το πρωτοεμφάνισε σε άρθρο του στην ΕΕΕυρΔ (1990) με ενδεικτικό τίτλο «Η Κοινοτική έννομη τάξη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (Η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων ταξιδεύει από το Λουξεμβούργο στο Στρασβούργο μετ’ επιστροφής»). Ασκεί κριτική στην απόφαση του ΕΔΔΑ που αρνήθηκε να λάβει θέση προτείνοντας με θάρρος την ανάγκη να αναθεωρήσει τη στάση του και να επαναφέρει τη δικαιοδοτική του κρίση για τη σχέση του καθεστώτος της ΕΣΔΑ  προς το κοινοτικό δίκαιο.

 

Μονογραφίες

Άφησα στο τέλος τις μονογραφίες του. Τη διδακτορική του διατριβή,  με τίτλο «Προβλήματα εκ της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου των Ην.Εθνών» (1971), όπου αναλύει τους διεθνείς θεσμικούς μηχανισμούς και την εσωτερική διαδικασία, την «Οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας» (1978) με την οποία γαλουχήθηκαν γενεές φοιτητών του ΔΠΘ, την «Απέλαση υπηκόων κράτους μέλους της ΕΟΚ» (1984),όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στις επιφυλάξεις δημοσίου συμφέροντος στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τη «Διεθνή Δικαιοσύνη» (με τον  Στέλλιο Περράκη) (1984), όπου καταγράφονται για πρώτη φορά  στην ελληνική βιβλιογραφία όλα τα διεθνή δικαστήρια και η Νομολογία τους, το «Διεθνές δίκαιο και η Ελληνική εξωτερική πολιτική» (1989), «Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο και το Διεθνές Δίκαιο» (1992), όπου αναλύει όλα τα διεθνή προβλήματα της εποχής με πλήθος παραρτημάτων, «Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση» (με τον Γ.Κουμουτσάκο) (1992), ένας νέος σχετικά Διεθνής Οργανισμός στον ευρωπαϊκό χώρο –που καταργήθηκε στη συνέχεια-   και το περίφημο «Δίκαιο της θάλασσας» ( με τη Α. Στρατή )(1998), το οποίο διανέμετο και ακόμη διανέμεται στους φοιτητές κυρίως των Νομικών Σχολών, έργο μοναδικό και εξαίρετο. (Εκδόθηκε σε β’ έκδοση από την κ. Στρατή).

Το επιστημονικό του έργο είναι μεγάλο και  αδύνατον να το παρουσιάσει κανείς ολόκληρο αναλυτικά. Τα χαρακτηριστικά του όμως μπορούν να ταξινομηθούν ως ακολούθως :

α) Επιλέγει θέματα της επικαιρότητας, διαθέτει ακριβολογία, επιμένει σε ορολογικές διευκρινίσεις , οι οποίες γίνονται πολλές φορές  σε κάποια υποσημείωση, αναλύει σε βάθος έννοιες, επεξεργάζεται λεπτομερώς τη νομολογία.

β) Η ανάλυση των εννοιών είναι πολυεπίπεδη και η μεθοδολογία που ακολουθεί διακρίνεται από  συνέπεια  τοποθετώντας  την έρευνα του  τόσο στο επίπεδο της θεωρίας ,όσο και της νομολογίας.

γ) Παρατηρούμε μια διαρκή  διασύνδεση και τροφοδότηση της θεωρίας του κοινοτικού δικαίου με τη θεωρία του  διεθνούς δικαίου, γεγονός που καταδεικνύει την ουσιαστική συμβολή του στην ερμηνεία του εν λόγω δικαιικού κλάδου.

δ) Εμπλουτίζει τη νομικής του σκέψη και επιχειρηματολογία από άλλους κλάδους του δικαίου όπως το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, το συγκριτικό, το συνταγματικό, την διοικητική δικονομία, κά.

Ο Κρατερός Ιωάννου ως εκπρόσωπος της Ελλάδας και διεθνής διαπραγματευτής

Στο Διεθνές Δικαστήριο

Πρωτοεμφανίστηκε διακριτικά στο Διεθνές Δικαστήριο (1978) ως νομικός σύμβουλος στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας είναι από νομική άποψη τόσο απόρροια όσο και αυτόματο παρεπόμενο της εδαφικής κυριαρχίας του παράκτιου κράτους.

Στο Συμβούλιο της Ευρώπης εκπροσώπησε την Ελλάδα σε διάφορες Επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εκεί που άφησε τη σφραγίδα του ήταν όταν εξελέγη Αντιπρόεδρος και μετά Πρόεδρος της Επιτροπής αναμόρφωσης της διαδικασίας εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κατέληξε στην υιοθέτηση του 11ου Πρωτοκόλλου, και άλλαξε τη δομή, άλλως τον μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Κατήργησε τη μέχρι τότε Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δίνοντας στο άτομο πρόσβαση απ ευθείας ενώπιον του ΕΔΔΑ, κάτι που μέχρι τότε ήταν αδιανόητο. Έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην αναμόρφωση αυτή ,έχαιρε της βαθιάς εκτίμησης όλων των μελών της Επιτροπής για τις γνώσεις και το επιστημονικό του κύρος, για την ικανότητα του να διευθύνει τις εργασίες μιας Διεθνούς Επιτροπής και κυρίως για την προσωπική του συμβολή στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου του 11ου  Πρωτοκόλλου. Η προσωπική του αυτή συμβολή δεν έλαβε τη δέουσα προβολή κι αναγνώριση, κάτι που επεσήμανε κι ο ίδιος αργότερα σε μελέτη του (1999).

Αντίμετρα –Embargo – Ενδιάμεση συμφωνία

Στην υπόθεση της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας (Φεβρουάριος 1994) ο Κρατερός Ιωάννου ήταν μαζί με τον Γιάννο Κρανιδιώτη, τον Στέλιο Περράκη και τον Βασίλη Σκουρή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε αυτή την υπόθεση η Ελλάδα κατηγορήθηκε για την επιβολή  των οικονομικών  αντιμέτρων  της 16ης Φεβρουαρίου 1994 στη FYROM. Το γνωστό εμπάργκο. Η ελληνική υπερασπιστική γραμμή ,την οποία επέβαλε ο Κρατερός Ιωάννου, είχε προβάλει την άποψη ότι ακόμη και στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων ενός κράτους μέλους μπορεί να έχει προτεραιότητα έναντι των εμπορικών συμφερόντων άλλων κρατών  και κατάφεραν  με την επιχειρηματολογία  που ανέπτυξαν  να πείσουν τον Γεν, Εισαγγελέα να απορρίψει την αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων της Επιτροπής κατά της Ελλάδας και να δεχθεί στις προτάσεις του το δικαίωμα της Ελλάδας  να λαμβάνει μέτρα για την προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων.

Βγαίνοντας από το Δικαστήριο είπε στους δημοσιογράφους ‘’Κερδίσαμε μια μάχη, όχι τον πόλεμο’’. Αισθανόταν τιμή να υπερασπίζεται την πατρίδα του σε ένα Διεθνές Δικαστήριο, και η εισήγηση του Γεν. Εισαγγελέα υπέρ της Ελλάδας, τον γέμισε ικανοποίηση. Η υπόθεση, ως γνωστόν, δεν εκδικάστηκε, και αρχειοθετήθηκε, λόγω της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που υπογράφηκε στο μεταξύ από την Ελλάδα και τη FYROM στη Νέα Υόρκη (1995). Και σε αυτήν την υπόθεση ο Κρατερός Ιωάννου έδειξε τις διαπραγματευτικές του ικανότητες, ως νομικός σύμβουλος του τότε Υπουργού Εξωτερικών κ.Κάρολου Παπούλια για την κατάρτιση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Μια συμφωνία που έθεσε ένα σιωπηρό τέλος στη διαμάχη με το γειτονικό κράτος τότε. Ήταν αισιόδοξος ότι η Συμφωνία θα διαρκούσε για 7 έτη για να διευθετηθεί η αντιπαλότητα των δυο χωρών. «Αν μετά από 7 έτη υπάρξει καταγγελία αυτής – κάτι που δεν επιθυμούσε – θα επανέλθουμε στην προηγούμενη κατάσταση. Και προηγούμενη κατάσταση σημαίνει αντιπαλότητα, τόνισε».

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)

Την ημέρα της εκλογής του ως μέλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1997, δίνοντας την τελευταία του συνέντευξη, τόνισε ότι η εκλογή του αποτελεί δικαίωση των προσπαθειών του στη Νομική Σχολή ΔΠΘ, πρώτη Σχολή με υποχρεωτικό μάθημα το Κοινοτικό Δίκαιο μετά από πολλές προσωπικές του προσπάθειες, σημαίνει επίσης αναγνώριση των προσπαθειών του για την επιστημονική στήριξη της εξωτερικής μας πολιτικής και ότι η Πολιτεία προσδοκά πως η επιστημονική αυτή προσφορά μπορεί να συνεχιστεί και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (Παρατηρητής 1999).

Και συνέχισε, «δεν θα είμαι  ο Έλληνας δικαστής, αλλά ένας από τους 15 δικαστές. Ένας δικαστής θα πρέπει οπωσδήποτε να κοιτάει το συμφέρον της έννομης τάξης την οποία εξυπηρετεί, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση της κοινοτικής έννομης τάξης. Η κοινοτική έννομη τάξη έχει τις διεξόδους της και τους ορισμούς της που προστατεύουν ακόμη και το εθνικό συμφέρον όταν αυτό το εθνικό συμφέρον συμβαδίζει με το συμφέρον της Ένωσης».

Η θητεία του στο ΔΕΕ ήταν σύντομη ,αρκετή όμως για να δείξει και πάλι τις ικανότητες του. Άσκησε ,κατά τον τότε Πρόεδρο του ΔΕΕ ,ισπανό Κάρλος Ροντρίγκες Ιγκλέσιας , «από την πρώτη στιγμή σημαντική επιρροή στη νομολογία του Δικαστηρίου και κατόρθωσε να κάνει τη φωνή του να ακουστεί  στις εργασίες του». Ο ίδιος όμως χαιρόταν και για κάτι ακόμη ,ότι κατάφερε να επιβάλλει τη θεωρία του διεθνούς δικαίου στη νομολογία του δικαστηρίου, και μας το έλεγε με καμάρι!

Ο Κρατερός Ιωάννου ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, στοργικός με την οικογένεια του, αγαπητός στους φίλους του, με χαρά για τη ζωή, με αστείρευτο χιούμορ και διάθεση αυτοσαρκασμού. Ήταν πολυσύνθετη προσωπικότητα, φλογερός και συνετός πατριώτης, άριστος διαπραγματευτής και γλαφυρός δάσκαλος, με ικανότητα στη διαχείριση κρίσεων. Ήταν άνθρωπος του καθήκοντος, με ιδέες, οξυδέρκεια, έβλεπε μπροστά και μακριά κι ήταν έτοιμος να δεχθεί την κριτική των άλλων. Τον ενοχλούσε η ημιμάθεια και η προκλητική έπαρση. Πίστευε βαθειά στην ακαδημαϊκή δεοντολογία και στις αξίες κι αρετές των ακαδημαϊκών δασκάλων, στη συνεργασία και στο συλλογικό πνεύμα. Κι όλα αυτά τα έκανε πράξη. Η προσωπικότητα του σφράγισε τη Νομική Σχολή του ΔΠΘ και τα γραπτά του την επιστήμη του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου τόσο στην Ελλάδα μας ,όσο και στο εξωτερικό

   

Υστερόγραφο

Τέλος, αγαπητοί μου, νοιώθω την ανάγκη να μιλήσω για όλα όσα αποκόμισα προσωπικά από τον Κρατερό Ιωάννου.

Είχα τη χαρά να τον υποδεχτώ στην Κομοτηνή τον Φεβρουάριο του 1975. Είχε προηγηθεί ο διορισμός μου ένα δύο μήνες πριν ως βοηθός του Δημητρίου Ευρυγένη. Θυμάμαι ότι είχε έρθει με την Άννα και τον Αλέξη Αλεξίου κι  ήταν πολύ χαρούμενος που θα άρχιζε την επαύριο τα μαθήματα του. Του ανέθεσαν να  διδάξει ως Ειδικός Επιστήμων το μάθημα της Οργάνωσης της Διεθνούς Κοινωνίας, μετά την αποχώρηση του Δημήτριου Ευρυγένη. Είχα έτσι την τύχη να βρεθώ βοηθός  του στην Έδρα του Διεθνούς Δικαίου, συνεργάτης, συνάδελφος και φίλη επί μια 20ετία που υπηρέτησα στη Νομική Σχολή Κομοτηνής από το 1974 έως το 1993. Τύχη, διότι ο Κρατερός Ιωάννου στήριζε και βοηθούσε τους συνεργάτες του όσο λίγοι κι εμένα με στήριξε σε κάθε βήμα της επιστημονικής μου ζωής. Ήταν ο επιβλέπων της διδακτορικής μου διατριβής, πάντα με σημαντικές και γόνιμες παρατηρήσεις στις επιστημονικές μου ενασχολήσεις.

Συνεργάστηκα άριστα μαζί του όλα αυτά τα χρόνια χωρίς καμία διαφωνία για το παραμικρό, όχι επειδή τον σεβόμασταν και ακολουθούσαμε στις ιδέες και προτάσεις του, αλλά διότι είχε αυτό το χάρισμα να ακούει και εμάς και συχνά να ακολουθεί και τις δικές μας προτάσεις. Πάντα μας υπολόγιζε ως ίσους, πάντα μας σεβόταν, μας καθοδηγούσε με τον τρόπο του, μας άνοιγε δρόμους και ορίζοντες και μας στήριζε στις επιλογές μας. Ήταν τέτοια η αντίληψη κι ο σεβασμός στους συνεργάτες του γενικά ,που ποτέ δεν προσπάθησε να μας επηρεάσει σε ζητήματα που συζητούνταν στη Γεν. Συνέλευση του Τμήματος. Θυμάμαι μετά από συζήτηση σε μία Γεν. Συνέλευση , να έχουμε ψηφίσει τελείως διαφορετικά το συγκεκριμένο θέμα, ο Στέλιος ,ο Κρατερός Ιωάννου κι εγώ.  Τον πλησιάζει ένας καθηγητής και τον ρωτάει, δηλαδή δεν λες στους συνεργάτες σου από πριν τι να ψηφίσουν? Είχε την πεποίθηση ότι ο κάθε διδάσκων ,ανεξαρτήτως βαθμίδας, έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα την άποψη του και να μην επηρεάζεται από κανέναν.  Ακόμη και όταν αποφάσισα να αποχωρίσω από την Κομοτηνή προς τη Θεσσαλονίκη, στάθηκε δίπλα μου, δίνοντας το δυναμικό του παρών στην εκλογή μου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Σε μένα προσωπικά άνοιξε πολλούς  δρόμους, για διδασκαλία μου στο Πανεπιστήμιο Κολόμπους του Οχάιο των  ΗΠΑ, επί σειρά ετών , για τη διδασκαλία μου στα καλοκαιρινά μαθήματα του ιδίου πανεπιστημίου επί μια10ετία στη Θεσσαλονίκη, για τη θέση του Γραμματέα στο ΚΔΕΟΔ,  την οποία με πίεσε να αναλάβω, με στήριξε στην ανάληψη της οργάνωσης και  συμμετοχής των φοιτητών της Νομικής σε εικονικές δίκες Διεθνούς Δικαίου στη Χάγη, στις αποστολές φοιτητών στο εξωτερικό στα UN Models, ήταν δίπλα μου σε ότι αναλάμβανα να υλοποιήσω, πάντα με τον υποστηρικτικό του  λόγο, με καλοπροαίρετες συμβουλές .

Προσωπικά του οφείλω πολλά και θα τον θυμάμαι πάντα με βαθειά ευγνωμοσύνη κι αγάπη. Διότι καθηγητές και φίλοι ως ο Κρατερός Ιωάννου σπανίζουν στη ζωή μας. Κι αυτό το αναφέρω συχνά.

Η δημιουργία του Εργαστηρίου Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων  Κρατερός Ιωάννου αποδεικνύει τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη που οφείλουμε όλοι στον δάσκαλό μας. Σε έναν άνθρωπο γεμάτο  αγάπη για τους νεώτερους, ιδιαίτερα προς τους νέους συνεργάτες που άφηνε πίσω του στην Κομοτηνή, καθ οδόν προς το Λουξεμβούργο. Θέλησε να είναι καθηγητής μερικής απασχόλησης, κι όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο, μου απάντησε «διότι θέλω να είμαι δίπλα τους στις εκλογές τους σε άλλη βαθμίδα, για να τους στηρίξω και να τους συμπαρασταθώ», και δεν αναφερόταν μόνο στον Μιχάλη Χρυσομάλλη , τον Κώστα Αντωνόπουλο  και τον Γιάννη Κτιστάκι , του συνεργάτες του Τομέα του, πιστεύω ότι αναφερόταν και στους υπόλοιπους παλαιούς του φοιτητές  που είχαν γίνει στο μεταξύ μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αυτός ήταν ο Κρατερός Ιωάννου, έδειχνε τα συναισθήματα του εκεί που έπρεπε και τον χρειαζόντουσαν πραγματικά.

Ήταν λοιπόν εξαιρετική ιδέα η  δημιουργία του Εργαστηρίου  για τη Νομική Σχολή Κομοτηνής. Διότι οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν, εφ όσον  τους θυμόμαστε και τους μνημονεύουμε. Κι ο Κρατερός Ιωάννου μέσα από το Εργαστήριο θα είναι για πάντα ζωντανός και θα προσφέρει στην αγαπημένη του Νομική Σχολή.  Μένει τώρα όλοι εμείς να το στηρίξουμε με αγάπη, να αναδείξουμε τις δραστηριότητές του και να είμαστε αρωγοί στις όποιες προσπάθειες του. Το Εργαστήριο αυτό πρέπει να αναδειχθεί στο σημαντικότερο στην Ελλάδα μας. Το οφείλουμε στον Κρατερό, σας θυμίζω τι σας ανέφερα παραπάνω για τον ρόλο που επιθυμούσε να παίξει το ΔΠΘ. Ευκαιρία να υλοποιηθεί. Και προς αυτή την κατεύθυνση σας έστειλα την  πρώτη μου μικρή συμβολή,  μια ενδεχόμενη πρόταση συνεργασίας  με πανεπιστήμια της Ινδίας. Εύχομαι γρήγορα να ακολουθήσουν και άλλες προτάσεις και ιδέες.

Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας ,  εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο έργο του Εργαστηρίου και θέλω να γνωρίζετε ότι ανεξάρτητα αν έφυγα για προσωπικούς λόγους από την Κομοτηνή, η μισή μου καρδιά πάντα εδώ μαζί σας θα βρίσκεται.

Παρασκευή (Παρούλα)  Νάσκου Περράκη,

 αφ. Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου Παν/μιου  Μακεδονίας

                                                                              

 

                                                                                      Κομοτηνή 22 Μαρτίου 2018

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *